Χρώματα… Παντού χρώματα… Πράσινο, κίτρινο, πορτοκαλί, καφέ, γκρι, κόκκινο… Μερικές φορές, αλλάζουν και παίρνουν διάφορες αποχρώσεις, ανάλογα με την εποχή. Αλλά, ένα είναι το συμπέρασμα: αγαπώ αυτό, που ονομάζεται «Φύση».
Αλλά, τι είναι η λέξη «Φύση»; Είναι κάτι χειροπιαστό; Ή μήπως, αναφερόμαστε σε κάτι πιο ευρύ, πιο σύνθετο; Φύση είναι το κάθε τι γύρω μας, που δεν έχει συμβάλλει ο άνθρωπος, αλλά προϋπήρχαν πριν από αυτόν. Τα δέντρα, οι λίμνες, τα βουνά, ο αέρας, το φως, τα σύννεφα, τα λουλούδια, οι βράχοι. Όλα μαζί, συνθέτουν αυτό, που σήμερα ονομάζεται «οικοσύστημα» ή «περιβάλλον».
Αρχικά, θυμάμαι χαρακτηριστικές στιγμές, από την παιδική μου ηλικία, που ήρθα σε επαφή με την φύση. Δεν ξέρω, αν αυτό οφείλεται σε γονίδια ή σε ερεθίσματα, αλλά κατά κάποιο τρόπο, ήμουν και είμαι άμεσα συνδεδεμένος με το φυσικό περιβάλλον. Καλοκαίρι, σε μια ηλιόλουστη μέρα, να παίζω με μια πλαστική, κίτρινη τσουγκράνα και ένα κόκκινο, μικρό κουβαδάκι. Υπέροχες στιγμές, θα έλεγα.
Στην συνέχεια της ζωής μου, συνειδητοποίησα ότι αυτές οι στιγμές μετατράπηκαν σε αναμνήσεις. Το άγχος της καθημερινότητας, οι εργασίες και ο ταχύς ρυθμός ζωής με ανάγκασαν, να απομακρυνθώ λίγο από την φύση. Το να βλέπεις από ένα παράθυρο το τοπίο δεν συγκρίνεται με την αίσθηση του τρυφερού χορταριού, όταν ξαπλώνεις πάνω του, έτσι; Αλλά, υπάρχει πάντα ένα αδιανόητο «αλλά». Και ο καιρός περνούσε «ραγδαία», που η υπέροχη επαφή μου με την φύση ξεκίνησε να χάνεται από τις απαραίτητες ανάγκες μου.
Ανάγκη, που όπως και να το κάνεις, δεν είναι εύκολο να κόψεις. Έτσι, η ζωή μου δίδαξε άλλο ένα μάθημα. Ίσως, να ήταν και η ίδια η Φύση, αλλά για μένα σημασία είχε το αποτέλεσμα. Έτσι λοιπόν, θα διηγηθώ μια μικρή ιστορία.
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα μικρό παιδί, εν ονόματι Γαβριήλ. Από μικρός, υπήρξε το άτομο, που θα του λένε, τι να κάνει, πώς να συμπεριφέρεται, που να πηγαίνει, πώς να ντύνεται, πώς να μιλά. Ήταν ένα στρατιωτάκι, ένα άτομο με «καλυμμένη» προσωπικότητα. Δεν είπα «χωρίς» προσωπικότητα, γιατί ήξερα καλά ότι αυτό που έκρυβε μέσα του, ήταν μοναδικό και εντελώς αντίθετο από αυτό, που του έλεγαν οι άλλοι να παριστάνει ότι είναι. Όσο ενοχλητικό και καταπιεστικό κι αν φαινόταν αυτό δεν είχε την δύναμη να αντιδράσει, να δείξει αυτό, που ήταν πραγματικά. Μια μέρα ανακάλυψε ένα μέρος, το οποίο βρισκόταν λίγο πιο πάνω από το σπίτι του, στο βουνό. «Μα, υπήρχε τέτοιο υπέροχο μέρος και δεν το ήξερα;» αναρωτιόταν. «Τελικά, η εξερεύνηση μου βγήκε σε κάτι καλό» σιγοφώνησε.
Αυτό το μέρος βρισκόταν σ’ ένα απόμερο σημείο του βουνού, το οποίο περιβαλλόταν από πολλά δέντρα και στο βάθος υπήρχε ένα σημείο με μια τσουλήθρα και μία κούνια. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός, πως η κούνια του θύμισε παλιές, καλές στιγμές, που είχε ζήσει με τους γονείς του. Χάρηκε πάρα πολύ στην όψη αυτού του θεάματος, που αποφάσισε να μείνει λίγο. Ήταν νωρίς και είχε ακόμη χρόνο, μέχρι να βραδιάσει για να πάει σπίτι. Πήγε κοντά σε κάθε αντικείμενο και το επεξεργάστηκε με κάθε λεπτομέρεια. «Εδώ θα περνώ την ώρα μου» είπε με μια έκπληξη στο πρόσωπό του. «Αλλά, πώς να τ’ ονομάσω αυτό το «μαγικό» μέρος;» αναρωτήθηκε. «Μαγικό μέρος; Όχι, είναι εξωπραγματικό. Η κούνια με τα δέντρα; Όχι, είναι πολύ απλό. Το πολύχρωμο μέρος; Μπα, πολύ τραβηγμένο». Πέρασε λίγη ώρα, σκεπτόμενος την ονομασία του μέρους. «Το στέκι της Φύσης» είπε «θα είναι η ονομασία, γι’ αυτό το μέρος!». Κι ξαφνικά, φύσηξε ένα γλυκό αεράκι, ρίχνοντας κάποια κιτρινωπά φύλλα από τα κλαδιά των δέντρων. Η Φύση φάνηκε, ότι επικρότησε αυτή την ονομασία. Ήταν σαν μια μικρή τελετή. Τόσο όμορφο.
Πιο συγκεκριμένα, ο μικρός Γαβριήλ είδε την Φύση σε όλες της τις μορφές. Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας. Πίστευε, ότι με αυτό τον τρόπο, εκείνη άλλαζε φορέματα, διαφορετικά και μοναδικά φορέματα. Σα να είχε πάντα γιορτή. Καθόταν ώρες ατελείωτες, κοιτάζοντας τα δέντρα, μύριζε τις ευωδιές από τα ποικιλόμορφα λουλούδια, ενώ του άρεσε πολύ να ακούει το βουητό, που ακουγόταν ανάμεσα στα δέντρα. Πίστευε ότι, κατά κάποιο τρόπο, τα δέντρα είχαν μια μυστική γλώσσα, που μόνο εκείνα καταλάβαιναν. «Τι θα γινόταν, αν οι άνθρωποι μάθαιναν κι αυτή την γλώσσα;» σκεφτόταν πολλές φορές. «Τελικά, είναι καλύτερα έτσι. Δεν γίνεται να τα έχουμε όλα» είπε με ένα συνειδητοποιημένο και χαμογελαστό ύφος.
Όμως, αυτό το χαμογελαστό ύφος, έλλειπε εδώ και καιρό από το πρόσωπο του μικρού μας Γαβριήλ. Ο Γαβριήλ δεν είχε και τις καλύτερες επαφές με τους γονείς του. Η μητέρα του ήταν αυστηρή και αυταρχική, χωρίς να του δίνει πολλά περιθώρια ευτυχίας. Ο πατέρας του ήταν το άτομο, που θα τον υποστήριζε σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά υπέκυπτε στην πειθώ της γυναίκας του, λέγοντας συνέχεια «δίκιο έχει η μητέρα σου, να την ακούς». Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν άτομα με εντελώς διαφορετικές προσωπικότητες. Το μόνο κοινό, που είχαν μεταξύ τους, ήταν να λένε αρνητικά πράγματα για εκείνον, χωρίς να τον βοηθούν και να τον υποστηρίζουν, παρά μόνο να τον κατακρίνουν. Όλοι τους τον αγαπούσαν πολύ, αλλά με τον λανθασμένο τρόπο.
Αυτοί οι τρόποι οδήγησαν σε προβλήματα, που άρχιζαν να συσσωρεύονται στο μυαλό και στην καρδιά του μικρού Γαβριήλ. Τα δάκρυα δεν έφταναν, για να περιγράψουν την θλίψη, που ένιωθε πλέον. Μοναδικό καταφύγιο αποτελούσε «Το στέκι της Φύσης». Εκεί κατέφευγε, για να διώξει την θλίψη του και να εκφράσει τον πόνο του. Ήξερε ότι εκεί, υπάρχει πάντα κάποιος για να τον ακούει, ακόμη κι αν στην πραγματικότητα το μόνο που υπήρχε ήταν μόνο φυτά και πέτρες. Για την παιδική του φαντασία όμως, ήταν κάτι παραπάνω από απλά αντικείμενα. Έτσι, καθόταν στην μικρή, σκουριασμένη από την πολυκαιρία κούνια και τραγουδούσε απαλά και σιγανά, με όση φωνή του έβγαινε στην θλιμμένη κατάσταση που βρισκόταν. «No, I won’t give up, no, I won’t break down, sooner than it seems life turns around and I will be strong, even if it all goes wrong, when I’m standing in the dark, I start believe… That someone’s watching over me…». Και στοιχειωδώς, στην όψη του προσώπου του μικρού, εμφανίστηκε ένα αχανές χαμόγελο. Ήταν η στιγμή, που αισθανόταν δυνατός, έστω και για λίγο, αλλά και ευτυχισμένος, στην αγκαλιά της Φύσης.«Αν δεν ήσουν κι εσύ, δεν ξέρω τι θα είχα απογίνει… Σ’ ευχαριστώ πολύ…» έλεγε συνεχώς στο περιβάλλον γύρω του.
Την επόμενη μέρα, που επισκέφτηκε πάλι το στέκι, μια εξωπραγματική εικόνα σχηματίστηκε μπροστά στα μάτια του. Λες και έβγαλε κάποιος ξυλομπογιές και ζωγράφισε το τοπίο. Δεν μπορούσε να πιστέψει, ότι αυτό υπήρχε στην πραγματικότητα. Παντού χρώματα, παντού φως, παντού ευτυχία! Η Φύση του έδειξε, ότι υπάρχουν μικρά και καθημερινά πράγματα, που κάνουν την διαφορά και ομορφαίνουν την ζωή μας. Έτσι κι εκείνη με την σειρά της, του έδειξε λίγο από την ενέργειά της. Μια ενέργεια, που πήγαζε όμως από εκείνον. Ήταν η παιδική σκέψη και φαντασία, η ψυχική του δύναμη και η γαλήνη, που έκρυβε μέσα του ο Γαβριήλ και που δεν μπορούσε να βγάλει στην επιφάνεια. Τότε, με μια βαθειά ανάσα, είπε δυνατά, «Είμαι ευτυχισμένος!» και έτρεξε γελώντας γύρω-γύρω, σκορπώντας παντού αυτό το υπέροχο συναίσθημα.
Πέρασε καιρός... Ο μικρός Γαβριήλ, κατάφερε να καταπολεμήσει πολλές από τις φοβίες του και να δείξει στον κόσμο, τι είναι πραγματικά. Το μόνο, που τον ενθάρρυνε πλέον ήταν η έμπνευση, που του ενέπνεε το μέρος που σύχναζε. Μια μέρα, καθώς πήγαινε προς εκεί, είδε στο βάθος μεγάλες μηχανές με ανθρώπους, να καταστρέφουν «το Στέκι της Φύσης». Προσπάθησε να τους σταματήσει και να τους εξηγήσει, ότι το μέρος ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον και πως ήταν ξεχωριστό και ιδιαίτερο, για να το καταπατούν με αυτό τον τρόπο. Ένας από αυτούς, γύρισε το βλέμμα του και του είπε « Φύγε αμέσως. Αυτό το μέρος δεν είναι παρά μόνο κάτι δέντρα και πέτρες και τώρα θα γίνει ένα υπέροχο κατάστημα». Μέσα στην απίστευτη προσπάθεια, δάκρυα ξεχείλισαν από τα μάτια του μικρού Γαβριήλ. Αναγκάστηκε να φύγει και επέστρεψε σπίτι. Οι γονείς του, μόλις άκουσαν τι συνέβη, αντέδρασαν έντονα και δεν τον άφησαν να ξαναπάει σ’ εκείνο το μέρος. «Ορίστε, τι κατάλαβες τώρα;» είπε η μητέρα του. Εκείνος δεν απάντησε, η θλίψη του ήταν αρκετά μεγάλη, για ν’ ασχοληθεί με την απερισκεψία της μητέρας του.
Ύστερα από ένα μήνα, ο Γαβριήλ κατάφερε να πάει στο μέρος, που αγάπησε τόσο πολύ. Αυτό που αντίκρισε ήταν μια άγονη γη, έτοιμη να δεχτεί τα πυρρά των ανθρώπων. Κι έτσι, χωρίς να μπορεί να κρατηθεί, ξέσπασε σε ελιγμούς. Λίγο αργότερα, σκούπισε τα δάκρυά του και φώναξε: «Σου χρωστάω κάτι παραπάνω από ένα ευχαριστώ. Γι’ αυτό, αποφάσισα να ποτίσω αυτόν τον χώρο, με ό, τι απέμεινε από εσένα και να τον κάνω να ζωντανέψει ξανά…»
Ο μικρός Γαβριήλ βρέθηκε νεκρός στο «Στέκι της Φύσης» εκείνη την ημέρα. Αυτό, που είδαν οι γονείς του ήταν τον μικρό μας ήρωα κάτω στο χώμα, έχοντας αγκαλιά την κούνια και κάτι κόκκινα γράμματα, χαραγμένα πάνω της, που έλεγαν: « Δεν εκτιμήσατε αυτό που είχατε και το υποτιμήσατε σαν να μην άξιζε τίποτα. Η καταστροφή της Φύσης σημαίνει εξαφάνιση της ανθρωπότητας. Να μας θυμάστε, πλέον, ως αναπόσπαστο κομμάτι.»
Γαβριήλ.
Ολοκληρώνοντας, αυτή η μικρή ιστορία με ευαισθητοποίησε αρκετά και μου έδειξε πολλά σημαντικά πράγματα. Κάποια από αυτά είναι ότι η Φύση ήταν και είναι πάντα εκεί, προσφέροντάς μας κάτι ανεκτίμητο, όπως το οξυγόνο. Δυστυχώς, ο θάνατος ενός μικρού αγοριού δεν νομίζω να «αγγίξει» πολλούς, αλλά θέλω να πιστεύω, ότι υπάρχει ακόμη ανθρωπιά σε αυτό τον πλανήτη. Όσο δύσπιστο κι αν ακούγεται αυτό. Για τον μικρό Γαβριήλ…