Translate

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Bye bye 2014

Το 2014 ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Μέσα σε αυτό το έτος έζησα εκπληκτικές στιγμές, ανεπανάληπτες καταστάσεις και πρωτόγνωρες εμπειρίες. Καταξιώθηκα ως μαθητευόμενος κοινωνικός λειτουργός και έχω μπει στην τελική ευθεία για την ολοκλήρωση των σπουδών μου. Πέρασε ο καιρός... Παλιά θυμάμαι ότι είχα βάλει στόχο να τελειώσω την σχολή μέχρι το 2016, κοντεύει κ αυτό... Από το Νοσοκομείο Αλεξάνδρα μέχρι και τον Δήμο της Αγίας Βαρβάρας, μου έμειναν στοιχεία και στιγμές προσκολλημένα στο μυαλό και την καρδιά μου. Είμαι υπερήφανος που απέκτησα τέτοιο κόσμο στη ζωή μου.
Ύστερα, οι εποχές άλλαξαν κ ήρθες εσύ. Ένα αναπαντεχο γεγονός, η έξαψη της τελευταίας περιόδου του 2014. Ο,τι κι αν πω θα είναι λίγο, μπροστά σε αυτό που άφησα να με κάνεις να νιώσω. Σε ευχαριστώ πολύ γι αυτό. Ξέρεις, μου λείπεις κι ας είσαι κάτι χιλιόμετρα μακριά. Μακάρι να έπαιρνες ενα τηλέφωνο, μακάρι να ερχόσουν να με δεις κάποια στιγμή, να μου πεις πως είσαι, τι κάνεις... Εξαφανιστηκες όμως, όπως έχω κάνει κι εγώ κάποιες φορές στη ζωή μου...
Σημασία έχει ότι το 2015 είναι μια πολύ ζέστη χρονιά. Και μπορούμε να πάμε την ζωή μας ένα βήμα πιο πέρα, θέτοντας ρεαλιστικούς στόχους και εκπληρώνοντας τους! Και μπορούμε με αργά βήματα να φτάσουμε την αυτοπραγματωση. Λυπάμαι βέβαια το bad timing. Ταλαιπωρεί πολύ. Αλλά σημασία έχει να το απολαμβάνουμε όσο διαρκέσει. Εξάλλου, το τέλος δεν είναι ποτέ τέλος. Αργά ή γρήγορα, τα πνεύματα συναντώνται. Όπως γίνεται και στα όνειρα μας.
Και προχωράμε δυναμικά στο νέο έτος και κρατάμε αυτή μας την ενέργεια. Συμβουλές;

1. Έχεις πρόβλημα για κάτι; Μίλα.
2. Σου λείπει κάποιος; Πες το.
3. Σε γράφει κάποιος; Γράψε τον και εσύ.
4. Έχεις συναισθήματα; Αξιοποίησε τα σοφά.
5. Θέσε στόχους και μην χάνεις την πίστη σου.
6. Φτύσε στη μούρη όσους σε πλήγωσαν
7. Γέλα και κλαιγε με την καρδιά σου. Είναι θεραπευτικό.
8. Κάνε δραστηριότητες και μην τεμπελιά ζεις.
9. Βρες την ισορροπία μέσα σου.
10. Αγάπα αληθινά, αγάπα χωρίς λόγο. Αγάπα γιατί μπορείς αλλά μην αγαπάς από ανάγκη. Αγάπα τα πάντα γύρω σου και ίσως σ αγαπήσουν κι αυτά. Όμως, αν είναι Ενέργεια αυτό, τότε θα είσαι ο πιο ζωντανός απ όλους...

Καλή χρονιά!!!
Δημήτρης Κατσαρός

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Μια υπέροχη ιστορία

Βιργινία μου, θα σου πω ένα παραμύθι...
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πύργος πέτρινος. Ένας ψηλός γέρικος πύργος έστεκε εκεί, στη μέση της ερημιάς, πάνω σ' ένα φαλακρό βουνό, με όλες τις πολεμίστρες και τα καμπανάρια του ερημωμένα. Όσοι τον έβλεπαν από μακριά, νόμιζαν πως γκρεμίζεται και χαιρόνοτυσαν, δεν τους άρεσε καθόλου ο πύργος, τους τρόμαζε με το μπόι του κι απορούσαν πώς χτίστηκε, αφού δεν έβρισκαν πουθενά πόρτα να μπουν μέσα. Μέχρι που έλεγαν πως αυτός έφταιγε για το κατάξερο βουνό. Εκείνο που δεν ήξεραν ήταν ότι ο πύργος έκρυβε στα σπλάχνα του ένα κορίτσι. Ήταν ένας γερο - μάγος που έγινε πέτρα για να προστατεύσει το κοριτσάκι που πέταξαν ένα βράδυ στην πόρτα του. Μόλις την είδε, τυλιγμένη στις φασκιές της, με τα λακκάκια στα μάγουλα, τα σγουρά μαλλιά, τα χεράκια γροθιές, μόλις άκουσε το παραπόνεμά της, ο πύργος πήρε την απόφαση να την κρατήσει κι έκλεισε για πάντα τις πόρτες του απ' την έξω μεριά με τεράστιες πλάκες, ώστε κανείς να μην την πονέσει πια. Μόνο από μέσα άνοιγαν οι πύλες, αλλά κι αυτό θα το μάθαινε με την ώρα του το κορίτσι, όταν μεγάλωνε και ήθελε να φύγει. Με τα μάγια του ομόρφαινε το κορίτσι, με τα μάγια του έμαθε νότες και έπαιζε κάθε μέρα το μεγάλο πιάνο στην ολόχρυση σάλα της μουσικής, κι ο πύργος άκουγε και γινόταν ακόμα πιο μαγικός για χάρη της μικρής του φίλης. Πραγματοποιούσε κάθε επιθυμία της. Της έφτιαξε έναν παραδεισένιο κήπο, γεμάτο κάθε λογής πουλιά να κάθεται να ξεκουράζεται στα κελαηδίσματά τους. Της έφτιαξε σε κάθε όροφο από μια διαφορετική κρεβατοκάμαρα για να ταιριάζει με τα όνειρά της. Της γέμισε τους τοίχους βιβλία και έργα τέχνης να χαίρεται η ψυχή της ομορφιά. Της σκόρπισε παντού κούκλες να παίζει. Της σερβίριζε κάθε φαγητό, κάθε φρούτο, κάθε γλυκό, κάθε κρασί που βάζει η φαντασία σου. Όμως το κορίτσι ήταν δυστυχισμένο. "Τι να τα κάνω ολ' αυτά; Αφού δεν έχω μια συντροφιά ανθρώπινη, τι να τα κάνω;" αναρωτιόταν κι ανέβαινε τα παλιά μαρμάρινα σκαλιά του πύργου, ψάχνοντας τ' αμέτρητα δωμάτια μήπως βρει έναν άνθρωπο. Τα χρόνια πέρναγαν, το κορίτσι έψαχνε κι έψαχνε, ο καημένος ο πύργος κάθε νύχτα πρόσθετε δωμάτια να μη χαθεί η ελπίδα της, μα πικραινόταν γιατί όλα μπορούσε να της τα προσφέρει εκτός απ' την ανθρώπινη συντροφιά. Ύστερα ήρθαν κακοί καιροί, μεγάλα κρύα, χιόνια, βροχές, καταιγίδες, και το κορίτσι φοβόταν και καθόταν στην πιο μικρή κρεβατοκάμαρα στην κορφή του πύργου, με τις μακρόστενες πολεμίστρες γύρω γύρω, κι ούτε έψαχνε στα καινούργια δωμάτια, ούτε κουράγιο να κατέβει τη στριφογυριστή σκάλα είχε. Τα βράδια έκλαιγε σιγανά στο μαξιλάρι της. Την εποχή του χαλαζιού, όμως, κάτι περίεργο έγινε και το κορίτσι ξεχάστηκε κι άρχισε να γελάει στον ύπνο της κι όταν σηκωνόταν, κατέβαινε γρήγορα στο δωμάτιο της μουσικής, καθόταν στο πιάνο κι έπαιζε κάτι μελωδίες, μα κάτι μελωδίες. Οι απέξω δεν τις άκουγαν μα είχαν να το λέεν πως κάτι τρέχει με τον πύργο, γιατί παρόλη την κακοκαιρία οι μουχλιασμένοι τοίχοι του έλαμπαν μέσα στη νύχτα και φώτιζαν τους ταξιδιώτες σαν φάρος. Ο γερο - μάγος ήταν ευτυχισμένος γιατί το κορίτσι γέλαγε. Τόσα χρόνια οι δυο τους, ποτέ δεν είχε ακούσει το γέλιο της και τώρα ένιωθε ο πιο ευτυχισμένος μάγος του κόσμου. Γιατί, παιδί μου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά απ' το να ακούς το γέλιο των αγαπημένων σου..."
Με κοιτάζει με ανείπωτη γλύκα.
"Έτσι πέρασαν κι άλλα χρόνια. Το κορίτσι ξυπνούσε και κοιμόταν γελώντας και ξάφνου την έβλεπε να σταματάει στην κορυφή της σκάλας για να φωνάξει από ψηλά "σ' αγαπάω" κι έμενε εκεί ν' ακούσει τον αντίλαλο να αντιγυρίζει τα λόγια της, "άω - άω - άω", απαντούσε η ηχώ και το κορίτσι παρηγοριόταν πως δεν είναι ολομόναχο. Κι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, τα μαλλιά της απλώνονταν απ' το ισόγειο στο τελευταίο προπύργι κι έψαχνε, έψαχνε να βρει τη φωνούλα που κάθε βράδυ της ψυθύριζε στον ύπνο της " σ' αγαπάω", μα όσο κι αν ανοιγόκλεινε τις πόρτες, δεν έβρισκε κανέναν. Α, ναι, να σου πω ότι ο πύργος είχε σταματήσει να χτίζει δωμάτια, γιατί κι αυτός άκουγε τη φωνούλα, αφού ήταν μάγος και οι μάγοι δεν κουφαίνονται ποτέ, αλλά ούτε εκείνος, όσο κι αν έψαχνε με κάθε πετραδάκι των τοίχων του, με όλα του τα μαγομάτια, δεν έβρισκε τη φωνούλα που έλεγε "σ' αγαπάω" και φαρμακωνόταν που δεν έχει πάρει άδεια απ' το μαγοσυμβούλιο να κατασκευάζει ανθρώπους. Και μετάνιωνε που είχε μαλακώσει με τον πρόεδρο των μάγων τρεις αιώνες πριν - πολύ μικρός διάστημα για τις μαγοζωές - κι έκανε υπομονή να περάσει ένας αιώνας ακόμα, για να ζητήσει συγχώρεση, ώστε να πάρει κι άδεια να φτιάξει ανθρώπους, αλλά μετά θύμωνε με τον εαυτό του που όλο λησμονούσε πως το κορίτσι δεν ήταν μάγισσα, οπότε δεν θα προλάβαινε τον επόμενο αιώνα, άρα μάταιος κόπος να συμφιλιωθεί με τον αντιπαθέστατο τον πρόεδρό τους, έναν ανόητο τσιγκούνη που έκλεβε τα μαγικά ραβδιά των ξωτικών και συγχύζονταν οι μανάδες τους, οι νεραϊδογεννημένες μέσα στις διάφανες σπηλιές. Πάντως το "σ'αγαπώ" ακουγόταν συνεχώς, τόσο τρυφερό, που ως και τα πουλιά στον παραδείσιο κήπο το έμαθαν και το τραγουδούσαν στις τρίλιες τους, "τριλιλάω - σ'αγαπάω - τριλιλάω - άω - άω". Ένα βράδυ το κορίτσι ξάπλωσε να κοιμηθεί και το πρωί που ξύπνησε κάτι έλειπε.  Άφησε γρήγορα τα σύννεφα της νύστας να πέσουν μαζί με τις δροσοσταλίδες απ' τα βλέφαρά της και κατέβηκε τρέχοντας την ατελείωτη σκάλα, να βρει τη φωνούλα στο δωμάτιο του πιάνου. Έπιασε να παίζει όσο πιο ωραία μπορούσε, τα πλήκτρα αναστέναζαν, τα δάχτυλά της πονούσαν, μα εκείνη δε σταματούσε να παίζει, θέλοντας ν' αναστήσει τη φωνούλα που χάθηκε την προηγούμενη νύχτα. Μάταιος κόπος. Πέρασαν πολλές νύχτες στη μελαγχολία της σιωπής. Το κορίτσι μαράζωνε, τα πουλιά μουγκάθηκαν, τα λουλούδια ξεράθηκαν, ο γερο - πύργος πέτρωνε. Σκεφτόταν πια σοβαρά να ρίξει τα μούτρα του, να παρουσιαστεί να στον πρόεδρο των μάγων και να ζητήσει χάρη. Εκεί που ετοιμαζόταν να φορέσει το μαγικό μανδύα, τον κεντημένο με όλα τα άστρα και τους γαλαξίες, εκεί που κοιταζόταν στον καθρέφτη κι έφτιαχνε την αγκράφα με τα ρουμπίνια στο καπέλο του, άκουσε πεντακάθαρα ένα "αψού". Υποψιασμένος αλλά γεμάτος ελπίδα, έστειλε τα μαγομάτια του να ψάξουν κάθε γωνιά μήπως γύρισε η φωνούλα κι είχε πουντιάσει. Πουθενά. Κοιτούσε και απορούσε, αφού το άκουσε το φτάρνισμα, αφού η μικρή  κοιμόταν, ποιος το έκανε και δεν μπορούσε να τον δει; Πέταξε το μαγικό του καπέλο στον αέρα και τ' άφησε να στριφογυρίζει παντού, μήπως έβρισκε εκείνο ποιος φταρνίστηκε, το καπέλο ωστόσο επέστρεψε άπρακτο και στραπατσαρισμένο. Όταν έπεσε η νύχτα, τα "αψού" συνεχίστηκαν πιο δυνατά, μα το ίδιο αόρατα. Το κορίτσι έκλαιγε κι έκλαιγε και ξάφνου άρχισε να φωνάζει "σ'αγαπάω, σ'αγαπάω, σ'αγαπάω". Και τότε φρου, φρου, φρου, ένιωσε μια πιλάλα στα ατέλειωτα μαλλιά της. Έπιασε και εκείνη να τραβάει ν' ανέβουν απ' το ισόγειο στο παραπύργι κι αν δε βοηθούσε ο γερο - μάγος, ακόμα θα ανέβαιναν κι ανεβατό δεν θα 'χαν. Δεν είχε ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, όταν η τελευταία τούφα εδέησε να φτάσει στο δωμάτιο, γέμισε ο τόπος μαλλιά. Κι εκεί που το καπέλο άρχισε τα πετάγματα να ψάξει μαζί με το κορίτσι ποιος φταρνιζόταν, τσουπ, τσουπ, κάνει μια και ξεπετιέται ένα πανέμορφο παλικάρι απ' τις κατάμαυρες τούφες. Τον βλέπει το κορίτσι κι ανοίγει ένα στόμα, νααα! Μα αυτός δεν της άφησε χρόνο να σκεφτεί. Γονάτισε μπροστά της, της φίλησε τα πόδια και της είπε πως μια μάγισσα που ζήλευε το μαγεμένο πύργο τον πέταξε εκεί μέσα σαν ψύλλο στα μαλλιά του κοριτσιού κι έτσι θα 'μενε για πάντα, μια σταλιά σαμιαμίδι στα μαλλιά της να ψιθυρίζει "σ'αγαπάω", μα δεν είχε πολλές ελπίδες, τα κορίτσια δεν αγαπάνε ψύλλους. Κι αν έτυχε και του το 'πε και λύθηκαν τα μάγια, το χρωστάει στη γρίπη που του έφερε το λούσιμό της, μετά την εποχή του χαλαζιού. Ώσπου να καταλάβει τι γινόταν, βρέθηκε μπλεγμένος μέσα τους, να ψήνεται στον πυρετό, να πνίγεται απ' το φτάρνισμα κι ήταν πια απελπισμένος πως θα πεθάνει όπως όλοι οι ψύλλοι, από φαγούρα, μα το κορίτσι τον αγάπησε όπως ήταν, ούτε σκέφτηκε να τον αλλάξει και τον έσωσε.
Αυτά είπε το παλικάρι κι η κοπέλα δεν πίστευε στα μάτια και τ' αυτιά της. Μα ο γερο - μάγος πίστεψε. Κι άνοιξε τις πόρτες του πύργου, να βγει το ζευγάρι στον κόσμο...

*Κουμπαρέλη Μπελίκα, 1999, Αυτά να τα πεις αλλού, ΑΘΗΝΑ: ΩΚΕΑΝΙΔΑ, σελ. 221-225

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

The heart wants what it wants

Είναι αυτό το συναίσθημα, που πολλές φορές δεν κατάλαβα πως κάποιοι άνθρωποι μπορούν να το κουβαλάνε μέσα τους. Είναι εκείνο το συναίσθημα, που όσο κι αν προσπαθούσα, δεν κατάφερα να κατανοήσω την ενέργεια που έκρυβε και τους φώτιζε. Το μόνο που έβλεπα ήταν πόνος, ατελείωτος πόνος. Μια θλιβερή όψη στα μάτια τους, μια ψυχρότητα στην καρδιά τους, ένα ραγισμένο γυαλί. Αλλά κατά βάθος υπήρχε αυτό το συναίσθημα, που δεν τους άφηνε να σπάσουν, να εγκαταλείψουν, να λυγίσουν, που κατ' ουσίαν δεν ήταν τόσο πόνος, αλλά ήταν κάτι ισχυρό για εκείνους. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να περιγραφεί με λόγια ή τουλάχιστον δεν θα είχε τόση αξία, αν κάποιος δεν το έβλεπε εις βάθος.

Αν δεν μπεις στη διαδικασία να νιώσεις ό,τι πραγματικά περνάει ο άλλος, δεν μπορείς να τον νιώσεις στο πλήρες σημείο. Και είναι πολύ αρνητικό συναίσθημα. Και τα πράγματα ίσως να μην έρχονται έτσι όπως τα περιμέναμε, αλλά τουλάχιστον υπάρχει διάθεση για αλλαγή. Και η μαγεία κρύβεται στην προσπάθεια του καθενός μας. Βρίσκεται στην υπομονή και στην επιμονή. Βρίσκεται στο κίνητρο, καθώς και στην προσήλωση σε κάτι. Και οι δυσκολίες πάντα θα υπάρχουν, όπως και τα όμορφα πράγματα στη ζωή. Ποιος είπε ότι πάντα θα υπάρχουν σύννεφα και θα βρέχει; Ποιος είπε ότι πίσω από τα σύννεφα ο ήλιος δεν ρίχνει ηλιόλουστο φως; Για κοιτάξτε καλύτερα. Στο χέρι μας είναι να τα δούμε αυτά, απλά κάποιες φορές χρειάζεται απλά λίγο σπρώξιμο από κάποιον..!

Αφιερώνω λοιπόν το συγκεκριμένο κομμάτι σε εκείνους, που βαθιά μέσα τους ένιωσαν ελπίδα και πως ξέρουν να διεκδικούν και να αισθάνονται. Εξάλλου, είναι πολύ μικρή η ζωή για να χάνεις χρόνο. Κάνε ό,τι νιώθεις κι ας μην το αξίζουν οι περιστάσεις, αρκεί αυτό να καλύπτει εσένα. Νιώσε και εκφράσου... Θα επιστρέψει...







Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Μια στιγμή, παρακαλώ...

Κοντεύει να φτάσει 10 το πρωί. Βρίσκομαι στο κρεβάτι μου, συλλογιζόμενος πολλά πράγματα, όπως συνήθως. Ο καιρός είναι συννεφιασμένος και νοσταλγικά κοιτώ το παράθυρο, λες και δεν με κρατάει αυτός ο χώρος πια. Το δωμάτιο είναι ακατάστατο, το ρολόι χτυπάει αδιάκοπα και είναι από τις ελάχιστες φορές που δεν ξέρω τι τραγούδι θα συνόδευε αυτή μου την φρενίτιδα. Και αυτό είναι εκνευριστικό.
Σηκώνομαι από το κρεβάτι, και με μεγάλη προσπάθεια καταφτάνω το μπάνιο. Ρίχνω λίγο νερό στο πρόσωπό μου, πλένω τα δόντια μου και κάθομαι στο καθρέφτη. Αν και γνωρίζω ότι τα πράγματα αλλάζουν, δεν έβλεπα έκφραση στο πρόσωπο μου. Και αυτό με προβλημάτισε.
Κατευθύνομαι προς την κουζίνα. Αυτός ο χώρος αποτελεί παράδεισο για μένα. Όσοι με γνωρίζουν ξέρουν ότι είμαι λάτρης του φαγητού. Φτιάχνω πρωινό και πάω πάλι στο δωμάτιο. Όμως, αυτή την φορά έβλεπα φαγητό και μόνο απώθηση ένιωθα.
Το χάος. Παντού πράγματα πεταμένα, λες και έπεσε πυρηνική βόμβα. Και συνεχίζω και αναρωτιέμαι, τι σκατά συμβαίνει. Εν τέλει, καταλήγω να βρίσκομαι στο γραφείο και να συλλογίζομαι τις καταστάσεις που ταλανίζουν τον κόσμο. Λες και εγώ δεν έχω καλύτερα πράγματα να ασχοληθώ. Αλλά εν πασει περιπτώσει...
Όταν λοιπόν δεν μπορείς να παραδεχτείς τα δικά σου ζητήματα, καταλήγεις και αναλύεις των άλλων. Και αυτό θα γίνει μια φορά, θα γίνει και δεύτερη και τρίτη. Πόσο ακόμα όμως θα αποφεύγεις την δική σου κατάσταση; Κι εγώ το παραδέχομαι, το κάνω συχνά. Αλλά κουράστηκα... Ποιον κοροιδευουμε στην τελική;

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

"Μιλώντας για τις ανθρώπινες σχέσεις" - Μαρία Λιάσκου

Τελικά τι είναι αυτό που μας κάνει να είμαστε τα θύματα στις σχέσεις μας; Τι είναι αυτό που μας κάνει να παραπονιόμαστε, ότι κάναμε πάλι λάθος επιλογές στους ανθρώπους που έχουμε δίπλα μας; Ότι αυτοί είναι οι θύτες που μας εκμεταλλεύτηκαν ενώ εμείς, ως τα "αθώα θύματα", που δεν κάναμε τίποτα, έτσι ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια συμπεριφορά απέναντι μας;

Αρχικά, να εξηγήσουμε πως στις ανθρώπινες σχέσεις δεν υπάρχει τίποτα που να είναι εξιδανικευμένο. Όλοι οι άνθρωποι έχουν τα πλεονεκτήματα καθώς και τα μειονεκτήματά τους, το ίδιο και οι σχέσεις μεταξύ τους. Επομένως, η συνύπαρξη με έναν άλλο άνθρωπο είναι μια διαρκή αλληλεπίδραση, όπου άλλοτε διεκδικούμε άλλοτε όχι, άλλοτε υποχωρούμε και άλλοτε όχι.

Ας ξεκινήσουμε με την υποχώρηση. Όταν υποχωρούμε, δίνουμε την ευκαιρία στον άλλον να κάνει αυτό που θέλει, γιατί ταυτόχρονα συμφωνούμε μαζί του. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Όταν όμως υποχωρούμε, παραμερίζοντας τα προσωπικά μας "θέλω", δημιουργούνται προβλήματα καθώς μέσα μας δημιουργείται θυμός, γιατί πιεστήκαμε να κάνουμε κάτι που δεν θέλαμε. Ο συμβιβασμός μερικές φορές είναι αναγκαίος έτσι ώστε να καταλήγουμε σε συμφωνία για μερικά θέματα με τους άλλους, όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε να εκφράζουμε την άποψή μας.

Όταν είμαστε διατεθειμένοι να υποχωρούμε συνέχεια και να μην εκφραζόμαστε όπως θέλουμε, τότε δημιουργείται σταδιακά ο θυμός, ο οποίος κάποια στιγμή εμφανίζεται με τη μορφή οργής και ξεσπάει στο άλλο άτομο, το οποίο κατηγορούμε ως "φταίχτη". Όμως, σε κάποιους ανθρώπους ο φταίχτης εμφανίζεται σε κάθε ερωτική ή φιλική σχέση που δημιουργούν οι ίδιοι. Άραγε, φταίει πάντα ο άλλος που εμείς δεν εκφράσαμε τα πραγματικά μας θέλω, καθώς και τα συναισθήματά μας για τις διάφορες καταστάσεις που βιώσαμε μαζί του;

Μαρία Λιάσκου