Βιργινία μου, θα σου πω ένα παραμύθι...
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πύργος πέτρινος. Ένας ψηλός γέρικος πύργος έστεκε εκεί, στη μέση της ερημιάς, πάνω σ' ένα φαλακρό βουνό, με όλες τις πολεμίστρες και τα καμπανάρια του ερημωμένα. Όσοι τον έβλεπαν από μακριά, νόμιζαν πως γκρεμίζεται και χαιρόνοτυσαν, δεν τους άρεσε καθόλου ο πύργος, τους τρόμαζε με το μπόι του κι απορούσαν πώς χτίστηκε, αφού δεν έβρισκαν πουθενά πόρτα να μπουν μέσα. Μέχρι που έλεγαν πως αυτός έφταιγε για το κατάξερο βουνό. Εκείνο που δεν ήξεραν ήταν ότι ο πύργος έκρυβε στα σπλάχνα του ένα κορίτσι. Ήταν ένας γερο - μάγος που έγινε πέτρα για να προστατεύσει το κοριτσάκι που πέταξαν ένα βράδυ στην πόρτα του. Μόλις την είδε, τυλιγμένη στις φασκιές της, με τα λακκάκια στα μάγουλα, τα σγουρά μαλλιά, τα χεράκια γροθιές, μόλις άκουσε το παραπόνεμά της, ο πύργος πήρε την απόφαση να την κρατήσει κι έκλεισε για πάντα τις πόρτες του απ' την έξω μεριά με τεράστιες πλάκες, ώστε κανείς να μην την πονέσει πια. Μόνο από μέσα άνοιγαν οι πύλες, αλλά κι αυτό θα το μάθαινε με την ώρα του το κορίτσι, όταν μεγάλωνε και ήθελε να φύγει. Με τα μάγια του ομόρφαινε το κορίτσι, με τα μάγια του έμαθε νότες και έπαιζε κάθε μέρα το μεγάλο πιάνο στην ολόχρυση σάλα της μουσικής, κι ο πύργος άκουγε και γινόταν ακόμα πιο μαγικός για χάρη της μικρής του φίλης. Πραγματοποιούσε κάθε επιθυμία της. Της έφτιαξε έναν παραδεισένιο κήπο, γεμάτο κάθε λογής πουλιά να κάθεται να ξεκουράζεται στα κελαηδίσματά τους. Της έφτιαξε σε κάθε όροφο από μια διαφορετική κρεβατοκάμαρα για να ταιριάζει με τα όνειρά της. Της γέμισε τους τοίχους βιβλία και έργα τέχνης να χαίρεται η ψυχή της ομορφιά. Της σκόρπισε παντού κούκλες να παίζει. Της σερβίριζε κάθε φαγητό, κάθε φρούτο, κάθε γλυκό, κάθε κρασί που βάζει η φαντασία σου. Όμως το κορίτσι ήταν δυστυχισμένο. "Τι να τα κάνω ολ' αυτά; Αφού δεν έχω μια συντροφιά ανθρώπινη, τι να τα κάνω;" αναρωτιόταν κι ανέβαινε τα παλιά μαρμάρινα σκαλιά του πύργου, ψάχνοντας τ' αμέτρητα δωμάτια μήπως βρει έναν άνθρωπο. Τα χρόνια πέρναγαν, το κορίτσι έψαχνε κι έψαχνε, ο καημένος ο πύργος κάθε νύχτα πρόσθετε δωμάτια να μη χαθεί η ελπίδα της, μα πικραινόταν γιατί όλα μπορούσε να της τα προσφέρει εκτός απ' την ανθρώπινη συντροφιά. Ύστερα ήρθαν κακοί καιροί, μεγάλα κρύα, χιόνια, βροχές, καταιγίδες, και το κορίτσι φοβόταν και καθόταν στην πιο μικρή κρεβατοκάμαρα στην κορφή του πύργου, με τις μακρόστενες πολεμίστρες γύρω γύρω, κι ούτε έψαχνε στα καινούργια δωμάτια, ούτε κουράγιο να κατέβει τη στριφογυριστή σκάλα είχε. Τα βράδια έκλαιγε σιγανά στο μαξιλάρι της. Την εποχή του χαλαζιού, όμως, κάτι περίεργο έγινε και το κορίτσι ξεχάστηκε κι άρχισε να γελάει στον ύπνο της κι όταν σηκωνόταν, κατέβαινε γρήγορα στο δωμάτιο της μουσικής, καθόταν στο πιάνο κι έπαιζε κάτι μελωδίες, μα κάτι μελωδίες. Οι απέξω δεν τις άκουγαν μα είχαν να το λέεν πως κάτι τρέχει με τον πύργο, γιατί παρόλη την κακοκαιρία οι μουχλιασμένοι τοίχοι του έλαμπαν μέσα στη νύχτα και φώτιζαν τους ταξιδιώτες σαν φάρος. Ο γερο - μάγος ήταν ευτυχισμένος γιατί το κορίτσι γέλαγε. Τόσα χρόνια οι δυο τους, ποτέ δεν είχε ακούσει το γέλιο της και τώρα ένιωθε ο πιο ευτυχισμένος μάγος του κόσμου. Γιατί, παιδί μου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά απ' το να ακούς το γέλιο των αγαπημένων σου..."
Με κοιτάζει με ανείπωτη γλύκα.
"Έτσι πέρασαν κι άλλα χρόνια. Το κορίτσι ξυπνούσε και κοιμόταν γελώντας και ξάφνου την έβλεπε να σταματάει στην κορυφή της σκάλας για να φωνάξει από ψηλά "σ' αγαπάω" κι έμενε εκεί ν' ακούσει τον αντίλαλο να αντιγυρίζει τα λόγια της, "άω - άω - άω", απαντούσε η ηχώ και το κορίτσι παρηγοριόταν πως δεν είναι ολομόναχο. Κι ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, τα μαλλιά της απλώνονταν απ' το ισόγειο στο τελευταίο προπύργι κι έψαχνε, έψαχνε να βρει τη φωνούλα που κάθε βράδυ της ψυθύριζε στον ύπνο της " σ' αγαπάω", μα όσο κι αν ανοιγόκλεινε τις πόρτες, δεν έβρισκε κανέναν. Α, ναι, να σου πω ότι ο πύργος είχε σταματήσει να χτίζει δωμάτια, γιατί κι αυτός άκουγε τη φωνούλα, αφού ήταν μάγος και οι μάγοι δεν κουφαίνονται ποτέ, αλλά ούτε εκείνος, όσο κι αν έψαχνε με κάθε πετραδάκι των τοίχων του, με όλα του τα μαγομάτια, δεν έβρισκε τη φωνούλα που έλεγε "σ' αγαπάω" και φαρμακωνόταν που δεν έχει πάρει άδεια απ' το μαγοσυμβούλιο να κατασκευάζει ανθρώπους. Και μετάνιωνε που είχε μαλακώσει με τον πρόεδρο των μάγων τρεις αιώνες πριν - πολύ μικρός διάστημα για τις μαγοζωές - κι έκανε υπομονή να περάσει ένας αιώνας ακόμα, για να ζητήσει συγχώρεση, ώστε να πάρει κι άδεια να φτιάξει ανθρώπους, αλλά μετά θύμωνε με τον εαυτό του που όλο λησμονούσε πως το κορίτσι δεν ήταν μάγισσα, οπότε δεν θα προλάβαινε τον επόμενο αιώνα, άρα μάταιος κόπος να συμφιλιωθεί με τον αντιπαθέστατο τον πρόεδρό τους, έναν ανόητο τσιγκούνη που έκλεβε τα μαγικά ραβδιά των ξωτικών και συγχύζονταν οι μανάδες τους, οι νεραϊδογεννημένες μέσα στις διάφανες σπηλιές. Πάντως το "σ'αγαπώ" ακουγόταν συνεχώς, τόσο τρυφερό, που ως και τα πουλιά στον παραδείσιο κήπο το έμαθαν και το τραγουδούσαν στις τρίλιες τους, "τριλιλάω - σ'αγαπάω - τριλιλάω - άω - άω". Ένα βράδυ το κορίτσι ξάπλωσε να κοιμηθεί και το πρωί που ξύπνησε κάτι έλειπε. Άφησε γρήγορα τα σύννεφα της νύστας να πέσουν μαζί με τις δροσοσταλίδες απ' τα βλέφαρά της και κατέβηκε τρέχοντας την ατελείωτη σκάλα, να βρει τη φωνούλα στο δωμάτιο του πιάνου. Έπιασε να παίζει όσο πιο ωραία μπορούσε, τα πλήκτρα αναστέναζαν, τα δάχτυλά της πονούσαν, μα εκείνη δε σταματούσε να παίζει, θέλοντας ν' αναστήσει τη φωνούλα που χάθηκε την προηγούμενη νύχτα. Μάταιος κόπος. Πέρασαν πολλές νύχτες στη μελαγχολία της σιωπής. Το κορίτσι μαράζωνε, τα πουλιά μουγκάθηκαν, τα λουλούδια ξεράθηκαν, ο γερο - πύργος πέτρωνε. Σκεφτόταν πια σοβαρά να ρίξει τα μούτρα του, να παρουσιαστεί να στον πρόεδρο των μάγων και να ζητήσει χάρη. Εκεί που ετοιμαζόταν να φορέσει το μαγικό μανδύα, τον κεντημένο με όλα τα άστρα και τους γαλαξίες, εκεί που κοιταζόταν στον καθρέφτη κι έφτιαχνε την αγκράφα με τα ρουμπίνια στο καπέλο του, άκουσε πεντακάθαρα ένα "αψού". Υποψιασμένος αλλά γεμάτος ελπίδα, έστειλε τα μαγομάτια του να ψάξουν κάθε γωνιά μήπως γύρισε η φωνούλα κι είχε πουντιάσει. Πουθενά. Κοιτούσε και απορούσε, αφού το άκουσε το φτάρνισμα, αφού η μικρή κοιμόταν, ποιος το έκανε και δεν μπορούσε να τον δει; Πέταξε το μαγικό του καπέλο στον αέρα και τ' άφησε να στριφογυρίζει παντού, μήπως έβρισκε εκείνο ποιος φταρνίστηκε, το καπέλο ωστόσο επέστρεψε άπρακτο και στραπατσαρισμένο. Όταν έπεσε η νύχτα, τα "αψού" συνεχίστηκαν πιο δυνατά, μα το ίδιο αόρατα. Το κορίτσι έκλαιγε κι έκλαιγε και ξάφνου άρχισε να φωνάζει "σ'αγαπάω, σ'αγαπάω, σ'αγαπάω". Και τότε φρου, φρου, φρου, ένιωσε μια πιλάλα στα ατέλειωτα μαλλιά της. Έπιασε και εκείνη να τραβάει ν' ανέβουν απ' το ισόγειο στο παραπύργι κι αν δε βοηθούσε ο γερο - μάγος, ακόμα θα ανέβαιναν κι ανεβατό δεν θα 'χαν. Δεν είχε ξημερώσει ο Θεός τη μέρα, όταν η τελευταία τούφα εδέησε να φτάσει στο δωμάτιο, γέμισε ο τόπος μαλλιά. Κι εκεί που το καπέλο άρχισε τα πετάγματα να ψάξει μαζί με το κορίτσι ποιος φταρνιζόταν, τσουπ, τσουπ, κάνει μια και ξεπετιέται ένα πανέμορφο παλικάρι απ' τις κατάμαυρες τούφες. Τον βλέπει το κορίτσι κι ανοίγει ένα στόμα, νααα! Μα αυτός δεν της άφησε χρόνο να σκεφτεί. Γονάτισε μπροστά της, της φίλησε τα πόδια και της είπε πως μια μάγισσα που ζήλευε το μαγεμένο πύργο τον πέταξε εκεί μέσα σαν ψύλλο στα μαλλιά του κοριτσιού κι έτσι θα 'μενε για πάντα, μια σταλιά σαμιαμίδι στα μαλλιά της να ψιθυρίζει "σ'αγαπάω", μα δεν είχε πολλές ελπίδες, τα κορίτσια δεν αγαπάνε ψύλλους. Κι αν έτυχε και του το 'πε και λύθηκαν τα μάγια, το χρωστάει στη γρίπη που του έφερε το λούσιμό της, μετά την εποχή του χαλαζιού. Ώσπου να καταλάβει τι γινόταν, βρέθηκε μπλεγμένος μέσα τους, να ψήνεται στον πυρετό, να πνίγεται απ' το φτάρνισμα κι ήταν πια απελπισμένος πως θα πεθάνει όπως όλοι οι ψύλλοι, από φαγούρα, μα το κορίτσι τον αγάπησε όπως ήταν, ούτε σκέφτηκε να τον αλλάξει και τον έσωσε.
Αυτά είπε το παλικάρι κι η κοπέλα δεν πίστευε στα μάτια και τ' αυτιά της. Μα ο γερο - μάγος πίστεψε. Κι άνοιξε τις πόρτες του πύργου, να βγει το ζευγάρι στον κόσμο...
*Κουμπαρέλη Μπελίκα, 1999, Αυτά να τα πεις αλλού, ΑΘΗΝΑ: ΩΚΕΑΝΙΔΑ, σελ. 221-225
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Εξέφρασε την άποψή σου!